Νέο φως στα παρασκήνια της βιομηχανίας βιντεοπαιχνιδιών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘90 ρίχνει ο βετεράνος της Capcom και παραγωγός του Street Fighter II, Yoshiki Okamoto. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του, η Nintendo ήταν ουσιαστικά η μόνη εταιρεία που είχε σταθερά έσοδα από τις κασέτες του Nintendo Entertainment System, ενώ τα κέρδη της Capcom άρχισαν να απογειώνονται μόνο με την έλευση του PlayStation One και των compact discs.
Ο Okamoto αποκαλύπτει πως η Capcom και άλλοι third–party developers αναγκάζονταν να καταφύγουν σε τραπεζικά δάνεια για την παραγωγή των κασετών, ενώ η Nintendo χρειαζόταν 1,5 με 3 μήνες για την παράδοσή τους. Η κατάσταση βελτιώθηκε σημαντικά όταν ξεκίνησε η συνεργασία με τη Sony και τα compact discs.
Αναλύοντας το οικονομικό μοντέλο της εποχής, ο Okamoto εξηγεί: “Για μια κασέτα Famicom που πωλούνταν στη λιανική για 10.000 γιεν, 3.000 γιεν κατέληγαν στον λιανοπωλητή, 4.000 γιεν στον developer όπως η Capcom, και 3.000 γιεν στη Nintendo. Από το μερίδιο της Nintendo, περίπου 1.500 γιεν πήγαιναν στους υπεργολάβους κατασκευής. Η Nintendo εισέπραττε προκαταβολικά για τον ακριβή αριθμό αντιτύπων, κατασκεύαζε τις κασέτες και τις παρέδιδε, οπότε δεν την ενδιέφερε τι θα συνέβαινε μετά. Με άλλα λόγια, μόνο η Nintendo είχε εγγυημένο κέρδος.”
Η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική με τη Sony. Όπως εξηγεί ο Okamoto, η Capcom πλήρωνε 1.800 γιεν ανά δίσκο στη Sony, από τα οποία τα 200 γιεν ήταν το κόστος κατασκευής και τα υπόλοιπα 1.600 γιεν το μερίδιο της Sony. Το σημαντικό πλεονέκτημα ήταν ότι η Sony επέστρεφε τα 1.600 γιεν για κάθε αδιάθετο δίσκο, χρεώνοντας μόνο το κόστος παραγωγής των 200 γιεν. Αντίθετα, η Nintendo δεν προσέφερε τέτοια δυνατότητα, καθιστώντας το απούλητο στοκ σημαντική οικονομική επιβάρυνση για τους third–party developers.

