- [Review] Metroid Prime 4: Beyond - 27 Ιανουαρίου 2026
- [Review] Victory Heat Rally - 29 Ιουλίου 2025
- [Review] Advance Wars 1+2: Re-Boot Camp - 15 Μαΐου 2023
Μετά από 18 χρόνια απουσίας, η σειρά Prime επιστρέφει με το επόμενο κεφάλαιο στην ιστορία των Metroid και της Samus Aran, για το Nintendo Switch και Nintendo Switch 2.
Στο Metroid Prime 4: Beyond, η ιστορία φέρνει τη Samus Aran να βρίσκεται στην εμπόλεμη ζώνη του πλανήτη Tanamaar, παρέχοντας συνδρομή στην Galactic Federation για την ανάκτηση ενός αντικειμένου που εντοπίστηκε εκεί. Ενώ οι δυνάμεις των Space Pirates, υπό τις διαταγές του Sylux, του άσπονδου εχθρού της Ομοσπονδίας, αλλά και της ίδιας της Samus, προσπαθούν να πάρουν στην κατοχή τους το αντικείμενο, αυτό ενεργοποιείται και μεταφέρει την πρωταγωνίστρια, μερικούς από τους Troopers της Ομοσπονδίας, αλλά και τον ίδιο τον Sylux σε έναν πλανήτη σε κάποιο άγνωστο αστρικό σύστημα, χωρίς κανέναν τρόπο επικοινωνίας με τον υπόλοιπο κόσμο.
Όπως πολύ γρήγορα ανακαλύπτουμε, στον πλανήτη Viewros όπου βρισκόμαστε πλέον, μεσουρανούσε ένας τεχνολογικά εξελιγμένος πολιτισμός, οι Lamorn, οι οποίοι είχαν ψυχικές ικανότητες και τις οποίες σιγά σιγά ανακαλύπτουμε και μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και εμείς. Παρόλο που οι Lamorn έχουν πλέον εξαφανιστεί, έχουν αφήσει πίσω τους πολλά στοιχεία ώστε να βοηθήσουν τον “Chozen One” να μεταφέρει την μνήμη του πολιτισμού τους στο σύμπαν, ώστε η ύπαρξή τους να μη χαθεί για πάντα στον χρόνο.

Το περιβάλλον στον Viewros χωρίζεται ουσιαστικά σε 6 μεγάλες περιοχές. Την έρημο Sol Valley, που λειτουργεί ως το κεντρικό hub, και η οποία ενώνει τις 5 υπόλοιπες περιοχές/biomes του παιχνιδιού, στις οποίες θα κληθούμε τόσο να εντοπίσουμε τους Troopers που μεταφέρθηκαν μαζί μας στον πλανήτη ώστε να μπορέσουμε όλοι μαζί να επιστρέψουμε πίσω, όσο να ανακαλύψουμε και τους λόγους για τους οποίους οι Lamorn εξαφανίστηκαν. Ο κάθε Trooper που συναντάμε προσφέρει και το δικό του backstory, δίνοντας ένα επιπλέον βάθος στην ιστορία, ενώ υπάρχει και συμμετοχή τους σε μέρος διάφορων μαχών. Το τελευταίο δεν κλέβει καθόλου από την αίσθηση μοναξιάς που μας έχει συνηθίσει η σειρά, αφού υπάρχουν τόσο κομμάτια που βιώνουμε αυθεντική Metroid Prime εμπειρία, όσο και μικρότερης κλίμακας αποστολές που θα χρειαστεί να συνεργαστούμε με τους Troopers. Η συναναστροφή μαζί τους είναι αρκετά ευχάριστη, καθώς οι διάλογοι είναι καλογραμμένοι και η απόδοση από τους voice actors εξαιρετική. Βέβαια οι δημιουργοί αποφάσισαν η Samus να μη μιλάει καθόλου, κάνοντας τους διαλόγους αρκετά περίεργους. Προσωπικά θεωρώ πως έχει έρθει η ώρα η πρωταγωνίστρια να λέει και δυο κουβέντες, παρά να γνέφει απλά με το κεφάλι και οι συνομιλητές της να δείχνουν ότι καταλαβαίνουν ξεκάθαρα τι τους έχει πει.
Ο βασικός τρόπος μετακίνησης από την μία περιοχή στην άλλη είναι μέσω της Sol Valley, χρησιμοποιώντας μία μηχανή (motorcycle) που προσφέρει γρήγορο τρόπο μετακίνησης, όσο και εξοπλισμό για την αντιμετώπιση εχθρικών απειλών. Αυτό με λίγα λόγια σημαίνει πως οι περιοχές είναι αποκομμένες μεταξύ τους και για τη μετάβαση από τη μία στην άλλη θα χρειαστεί η χρήση της μηχανής και περιήγηση στον χάρτη της Sol Valley. Εκεί, πέρα από μια αχανή έκταση με άμμο θα βρούμε κάποια shrines, όπως αυτά που υπήρχαν και στο The Legend of Zelda: Breath of the Wild, στα οποία βρίσκουμε upgrades για τα όπλα μας λύνοντας κάποιους πολύ απλούς γρίφους που έχουν να κάνουν με το εκάστοτε element του πυρομαχικού που αναβαθμίζουμε. Η ιδέα είναι καλή, αλλά δεν έχει εφαρμοστεί με τρόπο που να νιώθεις ότι “άξιζες” το reward αυτό: Τα shrines ανακαλύπτονται πολύ εύκολα (η είσοδός τους απλά είναι πάνω στην άμμο) και είναι υπερβολικά μικρά με πολύ απλούς γρίφους χωρίς ουσιαστικό challenge.

Ένα δεύτερο πολύ σημαντικό μέρος του παιχνιδιού είναι η συλλογή των Green Energy Crystals, που χρειάζονται τόσο για αναβαθμίσεις των phychic powers της Samus, όσο και για να προχωρήσει η ιστορία του παιχνιδιού λίγο πριν το τέλος. Αυτοί οι κρύσταλλοι βρίσκονται παντού διάσπαρτοι στην έρημο και απλά τους χτυπάς περνώντας με τη μηχανή. Αν όμως δεν το έχεις κάνει κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, πηγαίνοντας από το ένα μέρος στο άλλο, τότε πριν το τέλος του παιχνιδιού θα χρειαστεί να μαζέψεις αρκετούς ώστε να μπορέσει να προχωρήσει η ιστορία, αποτελώντας ουσιαστικά ένα κάπως ανούσιο fetch quest λίγο πριν τον τελικό. Το καλό στην υπόθεση είναι πως η οδήγηση της μηχανής είναι απολααυστική, κάτι που κάνει την περιφορά στην έρημο να μη φαντάζει απλά σαν μια αγγαρεία.
Στις υπόλοιπες 5 βασικές περιοχές εκτυλίσσεται το βασικό μέρος του παιχνιδιού. Οι περιοχές αυτές ξεχωρίζουν η κάθε μία για το δικό της στοιχείο (κεραυνός, λάβα και πάγος μεταξύ άλλων), ενώ μετά το τέλος της πρώτης, που λειτουργεί και εν είδει tutorial, έχουμε απομακρυσμένη επικοινωνία και βοήθεια από τον trooper Myles MacKenzie, τον οποίο σώζουμε από πλάσματα-εχθρούς αμέσως μετά την πρώτη μας συνάντηση. Από εκεί και μετά ο Myles μας ενημερώνει για τις περιοχές που μπορούμε να επισκεπτούμε στην πορεία της περιπέτειάς μας, ενώ μπορεί να αναβαθμίσει τον εξοπλισμό μας χρησιμοποιώντας κάποια chip που βρίσκουμε σε καίριες στιγμές. Αυτά τα chip μας δίνουν τη δυνατότητα να κάνουμε χρήση elemental πυρομαχικών (ηλεκτρισμός, φωτιά και πάγος), τα οποία εκτός της δυνατότητας να ανοίγουμε συγκεκριμένες πόρτες και να προχωράμε στις περιοχές, παρέχουν και πλεονεκτήματα εναντίων συγκεκριμένων εχθρών. Η αλήθεια είναι πως το παιχνίδι θα μπορούσε να σου δίνει απευθείας τη δυνατότητα χρήσης του νέου πυρομαχικού, χωρίς να χρειάζεται να επιστρέψεις μέσω της ερήμου στη βάση του Myles ώστε να σου κάνει τη μετατροπή, αλλά οι δημιουργοί επέλεξαν αυτόν τον τρόπο ώστε να μας γυρίζουν κάθε τόσο εκεί για να παίρνουμε upgrades από τους Green Energy Crystals που έχουμε μαζέψει, κάτι που γίνεται μόνο αφού επιστρέψουμε στη βάση μας.

Εκεί που το παιχνίδι λάμπει, είναι το gameplay του. Η ρευστότητα των 60 fps (ή και 120fps σε mode του Switch 2) κάνει τις μάχες να έχουν εξαιρετική ροή, ενώ η δυνατότητα χρήσης πολλαπλών πυροχαμαχικών, τους δίνει άλλη διάσταση: Πέραν των κλασικών Power Beam Shots, έχουμε δυνατότητα χρήσης των Phychic Shots, όπου ο χρόνος ρέει πολύ αργά και μπορούμε να στοχεύσουμε μέχρι και σε 3 διαφορετικούς στόχους κατευθύνοντας τη βολή μας καθόλη τη διάρκεια, τα 3 διαφορετικά Elemental Shots, τις Morph Ball Bombs, αλλά και τις πανίσχυρες Power Bombs.
Στο πόσο καλά λειτουργούν όλα τα παραπάνω συμβάλλουν καθοριστικά και οι πολλοί διαφορετικοί τρόποι χειρισμού που προσφέρει το παιχνίδι. Πέρα από τη δυνατότητα να παίξουμε με τον κλασικό τρόπο χειρισμού χρησιμοποιώντας για παράδειγμα ένα Pro Controller ή τα Joy-Cons με grip, υπάρχει η δυνατότητα χρήσης ενός Joy-Con σε κάθε χέρι για στόχευση με το γυροσκόπιο ή χρήση του δεξιού Joy-Con ως “ποντίκι” για στόχευση μέσω του mouse-mode στο Switch 2. Η αλήθεια είναι πως λόγω του ότι θα χρειαστεί πέρα από τη μετακίνηση του Joy-Con σε αυτό το mode να πατάμε και κουμπιά για αλλαγή πυρομαχικών, jump κλπ, η χρήση του mouse-mode θέλει αρκετή εξάσκηση για να πούμε ότι προσφέρει κάποιου είδους πλεονέκτημα σε σχέση με τη χρήση motion controls για παράδειγμα. Φυσικά αυτό εξαρτάται και τα γούστα του καθενός, αλλά προσωπικά δε βρήκα τη χρήση του mouse-mode αρκετά βολική ώστε να παίξω μεγάλο μέρος του παιχνιδιού, κάτι που έκανα κυρίως με τη χρήση του Pro Controller αλλά και των motion controls των Joy-Cons. Στα πολύ θετικά πρέπει να αναφέρουμε και τη δυνατότητα παραμετροποιήσης του χειρισμού, ώστε να τον φέρουμε ακριβώς στα μέτρα μας, πειράζοντας την ευαισθησία της στόχευσης, το τι κάνει το κάθε πλήκτρο και πολλά ακόμα.

Οι περισσότερες δυνατότητες που αποκτούμε για το traversal έχουν λάβει ένα “phychic power overhaul”, καθώς οι πιο πολλές έχουν βαφτιστεί phychic, μιας και τις βρίσκουμε στον κόσμο των Lamorn. Έτσι, έχουμε πλέον την Psychic Boost Ball και Psychic Spider Ball (με τη δεύτερη να αποκτά και μια νέα ενδιαφέρουσα δυνατότητα), ενώ έχουμε πλέον και Phychic Bombs, τις οποίες όμως κυρίως χρησιμοποιούμε για ενεργοποίηση ηλεκτρικών μηχανημάτων για την επίλυση γρίφων. Η αλήθεια είναι πως υπάρχουν σημεία που στο παιχνίδι χρειάζεται να δημιουργήσουμε μια Phychic Bomb, που σημαίνει ότι μπαίνουμε σε Moprh Ball mode, κρατάμε πατημένο το πλήκτρο για την βόμβα ώστε να δημιουργηθεί μια Psychic Bomb, την οποία για να χρησιμοποιήσουμε θα πρέπει να βγούμε από την Morph Ball, να την φέρουμε στο χέρι μας και στη συνέχεια να τη στείλουμε στον στόχο. Όλη αυτή η διαδικασία θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί, αν απλά μπορούσαμε να πυροβολήσουμε με το όπλο μας τον στόχο, κάτι που θα έπαιρνε πολύ λιγότερο χρόνο και θα ήταν πολύ απλούστερο. Με αυτόν τον τρόπο μοιάζει σα να προστέθηκαν περιττά στοιχεία στο gameplay απλά για να φαίνεται πιο πλούσιο, χωρίς όμως να υπάρχει πραγματική ανάγκη για κάτι τέτοιο.
Όπως και σε κάθε Metroid, έτσι και εδώ, υπάρχουν αρκετά δυνατά boss battles. Ο σχεδιασμός τους έχει βασιστεί στη δυνατότητα free-aiming που διαθέτουμε τόσο μέσω motion-controls όσο και μέσω κλασικού χειρισμού, μέσω του δεξιού αναλογικού μοχλού. Έτσι, θα παρατηρήσουμε ότι υπάρχουν σημεία πάνω στα bosses που θα χρειαστεί να τα στοχεύσουμε πιο “manually”, καθώς το απλό lock-on στο boss δεν είναι αρκετό. Δε θεωρώ ότι τα ίδια τα boss προσφέρουν μάχες που θα είναι αξιομνημόνευτες, αλλά σίγουρα θα νιώσουμε αρκετή ικανοποίηση όταν στο τέλος καταφέρουμε να νικήσουμε το κάθε ένα, με τις μάχες να κρατούν σχετικά αρκετή ώρα, επομένως χρειάζεται να εξοπλιστούμε με αρκετή υπομονή. Ίσως η πιο “απογοητευτική” μάχη να είναι και η τελική, καθώς μαζί με το γεγονός ότι ο βασικός ανταγωνιστής της Samus δεν έχει το impact που θα περίμενε κανείς στην ούτως ή άλλως αδιάφορη ιστορία, κάνει το τέλος να μοιάζει κάπως νωθρό.

Στο κομμάτι των γραφικών έχουμε να κάνουμε ίσως με τον πιο όμορφο οπτικά τίτλο για το Nintendo Switch 2 μέχρι στιγμής. Τόσο το Performance Mode σε 1080p ανάλυση και 120fps, όσο και το Quality Mode σε 4K και 60fps έχουν την ίδια ποιότητα γραφικών, με μόνο διαφορά την ανάλυση και το framerate. Αν είστε σαν κι εμένα που δε μπορώ να διακρίνω τη διαφορά μεταξύ 60 και 120fps, τότε σας προτείνω να παίξετε το παιχνίδι στο Quality Mode, ώστε να το απολαύσετε στη μέγιστη δυνατή ανάλυση. Το παιχνίδι διακρίνεται για τους όμορφα εφέ φωτισμού, τις αντανακλάσεις, ενώ τα καιρικά εφέ τόσο στο visor της Samus όσο και στο όπλο της, δίνουν ένα έξτρα immersion με τον κόσμο. Για παράδειγμα θα δούμε ψιχάλες βροχής να πέφτουν και να ρέουν στο τζάμι του κράνους, ενώ το όπλο μας θα παγώσει σε περιοχές με ψύχος, ενώ ο πάγος θα λιώσει σταδιακά όταν μπούμε σε ζεστό χώρο. Τέτοιες μικρές πινελιές είναι που έκαναν τη σειρά Prime να ξεχωρίζει και ευτυχώς η ίδια τάση συνεχίζεται και στο Beyond.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει και στον ήχο του παιχνιδιού, έναν τομέα στον οποίο το franchise ξεχωρίζει από τα πρώτα παιχνίδια. Η μουσική του Beyond έχει γίνει πιο ορχηστρική, με αρκετά metal στοιχεία, ηλεκτρικές κιθάρες, αλλά και φωνητικά, που δίνουν μια πολύ “επική” αίσθηση σε ό,τι συμβαίνει κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Τέλος, η χρήση 5.1 ήχου ανεβάζει την εμπειρία πολλά επίπεδα, καθώς δύνεται η δυνατότητα να ακούσουμε πράγματα που συμβαίνουν ακόμα και πίσω μας.
Δυναμική επιστροφή με φόντο το μέλλον!
Το Metroid Prime 4: Beyond αποτελεί μια οπτικοακουστική υπερπαραγωγή που σέβεται την ιστορία της σειράς, προσφέροντας εθιστικό gameplay και νέες ιδέες. Ωστόσο, κάποιες σχεδιαστικές επιλογές στη δομή των αποστολών, η απλοϊκότητα στους γρίφους και η αδιάφορη ιστορία του στερούν την τελειότητα.
![[Review] Metroid Prime 4: Beyond [Review] Metroid Prime 4: Beyond](https://ninty.gr/wp-content/uploads/89135935439ee6c3125ed070b578dbf11d352afa8af0f1efec0f9fb150e8-1024x576.avif)
